«Κι απ’ το θάνατο ακόμα, πιο πικρή είσαι προσφυγιά…»

«Κι απ’ το θάνατο ακόμα, πιο πικρή είσαι προσφυγιά…»

Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου τη σκέψη

του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια

δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Γιώργος  Σεφέρης, «Ο τελευταίος σταθμός»

Eπιμέλεια: Έλσα Αγοραστού, Δημοσιογράφος - Υπεύθυνη Γραφείου Τύπου Ομίλου ΔΕΛΤΑ 360/ Καθηγήτρια Τομέα ΜΜΕ & Ήχου

Προσφυγιά! Μια λέξη που ενέχει εξ ορισμού πόνο και θλίψη! Μια έννοια συνυφασμένη με την αδικία και τον ξεριζωμό. Στο άκουσμά της δημιουργούνται διάφορες εικόνες: Eικόνες εγκαταλειμμένων σπιτιών και άδειων ψυχών… Εικόνες ανθρώπων ταλαιπωρημένων, που με βλέμμα κενό εγκαταλείπουν την πατρίδα τους! Εικόνες παιδιών, τα οποία μη μπορώντας να κατανοήσουν τις συνθήκες, ακολουθούν κλαίγοντας γοερά!

Ετυμολογικά ως «Πρόσφυγας» προσδιορίζεται αυτός που αναγκαστικά εγκαταλείπει τον τόπο μόνιμης διαμονής και κατοικίας και για διάφορους λόγους προσφεύγει ή καταφεύγει σε άλλη χώρα. Ουσιαστικά και κοινωνιολογικά ως πρόσφυγας προσδιορίζεται αυτός που θα είναι πάντα και παντού «ξένος». Όχι γιατί θα τον θεωρούν οι άλλοι «ξένο σώμα», αλλά γιατί έτσι θα αυτοπροσδιορίζεται στο πίσω μέρος του μυαλού του!

Ο πρόσφυγας φεύγει από τον τόπο του, βιώνοντας τον μέγιστο πόνο για αυτά που αφήνει πίσω. Και δεν είναι μόνο τα υλικά, αλλά κυρίως τα απομεινάρια της ψυχής! Αποχαιρετώντας τη χώρα του, ο πρόσφυγας αποχαιρετά τον εαυτό του, σχεδόν στην ολότητά του. Αποχαιρετά όνειρα, γνώριμες εικόνες, οικεία πρόσωπα. Λέει αντίο στις παιδικές αναμνήσεις, που αποτυπώθηκαν στα βάθη της ψυχής του: Στο δρομάκι, που έκανε τα πρώτα του βήματα! Στο σχολείο που έκανε τις σκανδαλιές του! Στο παγκάκι που αντάλλαξε το πρώτο του φιλί στην εφηβεία! Στο μπαράκι που μέθυσε πρώτη φορά ως φοιτητής!

Ένας πρόσφυγας αποχαιρετά το ηλιοβασίλεμα, όπως το έβλεπε από τότε που γεννήθηκε. Γιατί θεωρεί πως ο τόπος του έχει το καλύτερο ηλιοβασίλεμα του κόσμου!

Και φεύγει με προορισμό την ελπίδα! Επιδιώκοντας να ξεχάσει τις άσχημες εικόνες! Προσδοκώντας ένα καλύτερο αύριο! Ελπίζοντας σε μια πιο ασφαλή ανατολή ηλίου, κάπου μακριά!

Κι όμως! Όπου και να πάει, θα είναι πάντα ξένος! Θα νιώθει πάντα ξένος! Όσο όμορφη κι αν είναι η νέα του πατρίδα, όσο ωραίο κι αν είναι το νέο του σπίτι, ο πρόσφυγας θα σκέφτεται την πατρίδα που άφησε πίσω!

Όσο κι αν αγαπήσει τη νέα του πατρίδα, όσο κι αν εγκλιματιστεί ο ίδιος και η οικογένειά του, ο πρόσφυγας θα μνημονεύει τον τόπο του, που τόσο αδήριτα εγκατέλειψε!

Κι όταν τα χρόνια περάσουν και οι μνήμες ξεθωριάσουν, η ανάγκη για επιστροφή θεριεύει! Και έπειτα η ανάγκη γίνεται εμμονή και επιμονή! Η επιστροφή στην πατρίδα της καρδιάς είναι το μόνο γιατρικό, στο «τέρας» που τρώει τα σωθικά. Πολλοί είναι οι πρόσφυγες που επιστρέφουν στα πάτρια εδάφη και αναζητούν απεγνωσμένα ένα σημάδι… Ένα σημάδι που να καταδεικνύει πως κάποτε έζησαν εκεί! Έχουν ανάγκη να βρουν απόδειξη! Να βρουν ό,τι απέμεινε από το άλλοτε πανέμορφο σπιτικό τους! Να δουν ξανά το όνομά τους σμιλεμένο σε εκείνο το δέντρο της γειτονιάς. Να δουν ξανά εκείνο το ηλιοβασίλεμα που μετά βίας θυμούνται. Γιατί πια οι μνήμες του παρελθόντος είναι θολές. Οι εικόνες μιας πρότερης ζωής πεθαίνουν και η ανάγκη ανάστασής τους είναι επιτακτική!

O πρόσφυγας «πεθαίνει» κατά το ήμισυ όταν εγκαταλείπει την πατρίδα του! Ο πρόσφυγας «πεθαίνει» ολοκληρωτικά όταν αρχίζει και ξεχνά την πατρίδα του!